Page 17 - flip book
P. 17

 ΑΡΘΡΟ
  INFO
                  Tεύχος 05 | Μάιος - Ιούνιος 2020
     Η ΠΟΊΝΊΚΗ ΆΝΤΊΜΕΤΩΠΊΣΗ ΤΗΣ ΕΣΦΆΛΜΕΝΗΣ ΔΊΆΓΝΩΣΗΣ ΩΣ ΕΊΔΊΚΗΣ ΠΕΡΊΠΤΩΣΗΣ ΊΆΤΡΊΚΗΣ ΆΜΕΛΕΊΆΣ
Στην επιστήμη του ποινικού δικαίου, μελετώντας προσεκτικά τα ζητήματα που αναφύονται γύρω από την άσκηση του ιατρικού λειτουργήματος, δια- πιστώνεται σημαντική καταγραφή περιπτώσεων ιατρικής αμέλειας αναγό-
μενων στο, πρωταρχικής σημασίας, στάδιο της διάγνωσης.
Η ορθή και έγκαιρη διάγνωση, εξάλλου, είναι η πρώτη ιατρική πράξη εις την οποίαν προβαίνει ο εκάστοτε ιατρός και πρέπει να επιδεικνύει την μέγιστη επι- μέλεια και τη δέουσα προσοχή, καθώς από αυτήν διαπιστώνεται η πάθηση ή το νόσημα του ασθενούς και οικοδομείται η εκάστοτε ενδεικνυόμενη θεραπευτική λύση. Μόλις που χρειάζεται να αναφερθεί ότι μια εσφαλμένη διάγνωση, μπορεί να οδηγήσει είτε σε καθολική παράλειψη διαμόρφωσης θεραπευτικού σχήματος για τον ασθενή, είτε σε διαμόρφωση εσφαλμένου θεραπευτικού σχήματος που ουδόλως ενδείκνυται στο κατά περίπτωση υφιστάμενο νόσημα. Στην πλούσια νομολογία των Ποινικών Δικαστηρίων, έχουν καταγραφεί αρκετές περιπτώσεις στις οποίες το διαγνωστικό σφάλμα ιατρών, κατέστησε αυτούς υπόλογους τόσο για πρόκληση σωματικής βλάβης στην υγεία των ασθενών ή ακόμη και για θάνα- το αυτών σε ειδικές περιπτώσεις.
Τούτο βέβαια δεν συνεπάγεται ότι όλες οι περιπτώσεις διαγνωστικού σφάλματος έχουν ποινική απαξία, αφού σε πληθώρα περιπτώσεων, ζητήματα άσχετα με τις ικανότητες ή την επιμέλεια του εκάστοτε ιατρού συνέτειναν ή προκάλεσαν το απευκταίο αποτέλεσμα, όπως η ασαφής παροχή ενημέρωσης από τον ασθενή προς τον ιατρό κατά τη λήψη του ιστορικού, είτε η έλλειψη διαγνωστικών μέσων ή εργαστηρίου για την διενέργεια ενδελεχούς ελέγχου, ή βέβαια όταν η λάθος δι- άγνωση του ιατρού δεν συνδέεται αιτιωδώς με την βλάβη της υγείας ή της ζωής του ασθενούς. Εξάλλου, η θεμελιώδης αρχή “ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα” -impossibilium nulla est obligatio- διατρέχοντας όλο το δικαιικό φάσμα, αποτελεί μία σταθερά που διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο και στα Ποινικά Δικαστήρια. Δεν αποδίδονται, δηλαδή, στον ιατρό, επαχθή αποτελέσματα που οφείλονται σε τυχαία περιστατικά ή σε καταστάσεις για τις οποίες ουδεμία ευθύνη φέρει, παρά την εκ μέρους του επίδειξη της ενδεικνυόμενης επιμέλειας και προσοχής.
Πάντως, στο στάδιο της διαπίστωσης της πάθησης του ασθενούς, απαιτείται αυξημένη επαγρύπνηση του ιατρού ο οποίος κατ’ αρχάς οφείλει να λαμβάνει πλήρες ατομικό και οικογενειακό ιστορικό και ακολούθως να εμβαθύνει με πολλαπλές ερωτήσεις στα συμπτώματα που οδήγησαν τον ασθενή ενώ-
πιόν του. Η κλινική εξέταση, δε, θα πρέπει να διενεργείται με ιδιαίτερη προσοχή και κατά προτεραιότητα σε σχέση με τον εργαστηριακό έλεγχο, ο οποίος ακολούθως πρέπει να είναι αναλυτικός ώστε ο ιατρός να μπο- ρέσει να αξιολογήσει τελικά όλα τα δεδομένα και μέσω της διαφορο- διάγνωσης να οδηγηθεί στη προσέγγιση της πιθανολογούμενης -κατά περίπτωση- νόσου.
Ομαδοποιώντας, λοιπόν, τις περιπτώσεις εις τις οποίες η εσφαλμένη ιατρική διάγνωση επέχει έν-νομες συνέπειες για τον ιατρό, καταλή- γουμε δύο κατηγορίες: (α) εκείνες όπου ο ιατρός παραλείπει να δι- ενεργήσει ή δεν διενεργεί με τη δέουσα επιμέλεια τον κλινικό - εργα-
Νικολάος Κουμουλέντζος Δικηγόρος – Υποψήφιος Διδάκτορας Ποινικού Δικαίου Δ.Π.Θ., Μ.Δ.Ε. Ποινικών Επιστημών
REFERENCES
        17
 Π
-
α
ι
λ
α
ρ
α
ό
τ
η
χ
ρ
ή
Σ
σ
ε
ι
ς


































































   15   16   17   18   19